ΙΕΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΑΘΗΝΩΝ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΑΣ ΓΛΥΚΕΡΙΑΣ ΓΑΛΑΤΣΙΟΥ
Βίος Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
Γέννηση -Ἐγκύκλια μόρφωση
Ὁ Ἅγιος Νικόδημος γεννήθηκε τὸ 1749 στὴ Χῶρα τῆς Νάξου. Τὸ βαπτιστικό του ὄνομα ἦταν Νικόλαος, πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Νικολάου, προστάτου τῶν ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος τιμᾶται ἰδιαίτερα στὴ νῆσο τῆς Νάξου. Γονεῖς του ἦταν οἱ εὐσεβεῖς Ἀντώνιος καὶ Ἀναστασία Καλλιβρούτση, ἐνὼ εἶχε καὶ ἕναν μικρότερο ἀδελφὸ τὸν Πιέρο (Πέτρο), ὁ ὁποῖος σπούδασε καὶ ἄσκησε τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, ἐνῶ ἔμελλε νὰ ἀποτελέσῃ ἕναν ἀπὸ τοὺς πρώτους συνδρομητὲς τῶν πολυσέλιδων πνευματικῶν πονημάτων τοῦ ἀδελφοῦ του.
Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ἔδειχνε ἀπερίγραπτο ζῆλο γιὰ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ εἶχε τὸ χάρισμα νὰ ἀπορροφάῃ μὲ μεγάλη ἀφομοιωτικὴ δύναμη ὅ,τι διάβαζε. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ὄταν σὲ ἄλλα μέρη λειτουργοῦσαν μόνο τὰ Κρυφὰ Σχολειὰ, στὴ Νάξο ὑπῆρχε ἡ περίφημη Σχολὴ (ἀνώτερη ἀπὸ τὸ σημερινὸ Γυμνάσιο), ἡ ὁποῖα λειτουργοῦσε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου Γρόττας.
Τὴ Σχολὴ αὐτὴ διηύθυνε ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἐθναποστόλου Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ἀρχιμανδρίτης Χρύσανθος ὁ Αἰτωλός, ὁ ὁποῖος θαυμάζοντας τὴν ὀξύνοια καὶ φιλομάθεια τοῦ Νικολάου καὶ σὲ συνεργασία μὲ τὸν Μητροπολίτη Παροναξίας Ἄνθιμο Βαρδὴ, τὸν ἀποστέλλουν νὰ φοιτήσῃ στὴν Εὐαγγελικὴ Σχολὴ τῆς Σμύρνης.

Σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα καταφέρνει νὰ κατακτήσῃ μεγάλο τμῆμα τῶν τότε γνωστῶν ἐπιστημῶν καὶ ἰδιαίτερα τῆς Θεολογίας. Καὶ, ὄντας μόλις εἴκοσι ἐτῶν, ὁ διευθυντὴς τῆς Εὐαγγελικῆς Σχολῆς Ἱερόθεος Βουλισμᾶς ὁ Ἰθακήσιος, τοῦ προτείνει νὰ τὸν διαδεχθῇ. Ὁ Νικόλαος ἀρνεῖται καθῶς τὰ ὄμματα τῆς ψυχῆς του τὰ ἔχει στραμμένα ἀλλοῦ.
Ἔτσι, μετὰ τὴν ἔκρηξη τοῦ ῥωσοτουρκικοῦ πολέμου (Ὀρλωφικὰ) καὶ τὸν διωγμὸ τῶν Χριστιανῶν, ὁ Νικόλαος ἐπιστρέφει στὴν Νάξο, ὄπου καὶ ἀναλαμβάνει καθήκοντα ὡς γραμματέας στὴν Μητρόπολη Παροναξίας (1770-1774).
Γνωριμία μὲ Κολλυβάδες.
Μέσα ἀπὸ μία ἀγαθὴ συγκυρία ὁ Νικόλαος ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μὲ Κολλυβάδες πατέρες ποὺ εἴχαν καταφύγει στὴν Νάξο. Οἱ μοναχοὶ αὐτοὶ τοῦ μίλησαν γιὰ πρῶτη φορὰ γιὰ τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἄσκηση τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καθῶς καὶ γιὰ μία ἁγιασμένη μορφή, τὸν Ἅγιο Μακάριο, πρώην ἐπίσκοπο Κορίνθου, ὁ ὁποῖος, μετὰ τὴν καθαίρεσή του, ἀσκήτευε στὴν Ὕδρα.

Ὁ Νικόλαος γιὰ πρώτη φορὰ ἐξομολογήθηκε στὸν Ἅγιο Μακάριο τὸν θεῖον πόθο του νὰ μονάσῃ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἔτσι, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου, τοῦ Μητροπολίτη Παροναξίας Ἀνθίμου καὶ ἀφοῦ μερίμνησε γιὰ τὴν ὑλοποίηση τοῦ πόθου τῆς μητέρας του (μοναχὴ Ἀγάθη) νὰ μονάσῃ στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου Νάξου, ἀνεχώρησε γιὰ τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας.
Ἅγιον Ὄρος
Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1775, ὁ Νικόλαος ἀγκυροβολεῖ στὴν Ἱερὰ Μονὴ Διονυσίου. Οἱ ἀρετές του δὲν ἄργησαν νὰ ἀκτινοβολήσουν καὶ μέσα σὲ λίγους μῆνες κείρεται μικρόσχημος μοναχὸς καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα Νικόδημος. Δύο χρόνια μετὰ ἐγκαθίσταται στὸ κελὶ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου.

Ἐκεῖ θὰ συναντήσῃ τὸν πολυαγαπημένο του ἐν Χριστῷ διδάσκαλο, Ἅγιο Μακάριο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο θὰ παραλάβῃ σὲ χειρόγραφη μορφὴ τὴν Φιλοκαλία, προκειμένου νὰ συγγράψῃ σὲ αὐτὴν προοίμιο καὶ συνοπτικοὺς βίους τῶν Νηπτικῶν Πατέρων, καὶ τὸ ἔργο Περὶ συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως προκειμένου νὰ τὸ διορθώσῃ νὰ τὸ ἐμπλουτίσῃ καὶ νὰ τὸ ἐκδώσῃ.
Ὄταν πιὰ ὁλοκλήρωσε τὰ παραπάνω πονήματα ἐγκαθίσταται στὴν ἔρημο τῆς Καψάλας. Τὸ πλῆθος τῶν ἀρετῶν, τῆς ταπείνωσης, τῆς σοφίας, τῆς ἄσκησης καὶ τῆς συνεχοῦς προσευχῆς συγκέντρωνε κοντά του πλῆθος μοναχῶν καὶ λαϊκῶν, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ Ἅγιος νὰ περισπᾶται ἀπὸ τὰ μοναχικά του καθήκοντα καὶ ἔτσι νὰ ἐγκατασταθῇ σὲ ἕνα ἐρημονήσι τῶν Βορείων Σποράδων, τὴ Σκυροποῦλα.

Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ἐπιδόθηκε στὴ χειρωνακτική ἐργασία μὲ πενιχρὰ μέσα προκειμένου νὰ ἐπιβιώσῃ καὶ κατόπιν πολλῶν παραινέσεων τοῦ ἐξαδέλφου του Ἱεροθέου ἐπισκόπου Εὐρίπου, συγγράφει τὸ Ὑπομνηστικόν, στὸ ὁποῖο παραθέτει νουθεσίες πρὸς τοὺς Ἀρχιερεῖς.

Τὸ 1783 ἐπιστρέφει στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ λαμβάνει τὸ μεγάλο μοναχικὸ σχῆμα. Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Γέροντά του, μετοίκησε σὲ ἕνα ἄλλο κελλί, στὴν Σκήτη τοῦ Παντοκράτορος. Ἐκεῖ θὰ μεταφράσει τὰ Ἅπαντα τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, καὶ θὰ ἐκδώσει τὸ Ἐξομολογητάριον, τὸ Θεοτοκάριον, τὸν Ἀόρατο Πόλεμο, καθῶς καὶ τὰ Πνευματικὰ Γυμνάσματα.
Ὁ Ἅγιος ἀντικείμενο συκοφαντίας.
Ἀφορμὴ τῶν συκοφαντιῶν στάθηκε τὸ βιβλίο Περὶ συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως. Κάποιοι πολέμιοι καὶ ἀντίζηλοι τῶν Κολλυβάδων ἐξαπέλυσαν δριμύτατες κατηγορίες κατὰ τοῦ Ἁγίου ὡς “εἰσηγητὴν καινῶν ἰδεῶν” καὶ ὡς “αἰρετικόν”. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἡ πλειοψηφία τῶν ἀμαθῶν μοναχῶν εἶχε καθιερώσει τὴν μετάληψη τῆς Θείας Κοινωνίας τέσσερεις φορὲς τὸν χρόνο ἤ κάθε σαράντα μέρες, γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἀντιμαχόταν σφοδρὰ τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου. Αὐτὸς ὁ ἀνίερος πόλεμος κατὰ τοῦ Ἁγίου κράτησε εἴκοσι δύο χρόνια. Παρόλα αὐτὰ ὁ Ἅγιος δὲν πτοήθηκε καὶ συνέχισε τὸ θεάρεστο συγγραφικό του ἔργο παιδαγωγῶντας συνεχῶς τὸ ὑπόδουλο Γένος, ἐνῶ σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα ξέσπασε καὶ δεύτερο κῦμα συκοφαντιῶν κατὰ τοῦ Ἁγίου. Οἱ πολέμιοί του κατέληξαν μὲχρι καὶ στὴν πλαστογραφία προκειμένου νὰ τὸν παρουσιάσουν ὡς αἰρετικό.

Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ὅμως, ἡ Ἱερὰ Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως, προστατεύοντας τόσο τὴν ὑπόληψη τοῦ Ἁγίου, ὅσο καὶ τὰ συγγράμματά του, μὲ ἀνοιχτὴ Ἐπιστολὴ σύμφωνα μὲ τὴν ὁποῖα οἱ συκοφάντες τοῦ Ἁγίου θὰ τιμωροῦνταν αὐστηρὰ ἀκόμη καὶ μὲ ἐξορισμὸ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος.
Τὸ ὁσιακὸ τέλος τοῦ Ἁγίου.
Παρὰ τὴν ἤδη βεβαρυμένη ἀπὸ τὶς στερήσεις καὶ τὶς κακουχίες ὑγεία του στὶς 23 Ἀπριλίου 1809 ὁ Ἅγιος ἀνέβηκε στὸ κελλὶ τῶν ἀδελφῶν Σκουρταίων γιὰ νὰ ἑορτάσῃ μαζὶ τους τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου. Τὸ κελλὶ αὐτὸ ἔμελλε νὰ ἀποτελέσῃ τὸν προθάλαμο τοῦ Ἁγίου γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ. Στὶς 5 Ἰουλίου ὁ Ἅγιος ξεκίνησε νὰ παραλύῃ. Ἡ 13η Ἰουλίου ἀποτέλεσε τὴν προτελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του κατὰ τὴν ὁποῖα ἐξομολογήθηκε, μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ ζήτησε νὰ τελεσθῇ Ἱερὸν Εὐχέλαιον ἐνώπιόν του. Ἔτσι τὶς πρῶτες πρωϊνὲς ὦρες τῆς 14ης Ἰουλίου μὲ πραότητα καὶ πλήρη προετοιμασία γιὰ νὰ συναντήσῃ τὸν Κύριο, ὁ Ἅγιος ἐκοιμήθη ὁσιακῶς εἰς ἠλικίαν ἑξήντα ἐτῶν.
Ἀντί ἐπιλόγου.
Ὁ Ἅγιος Νικόδημος, τὸ ἀγλάισμα τοῦ Ἁγίου Ὅρους, εἶναι ὁ πολυγραφότατος διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους στὰ μαρτυρικὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας. Ἡ μνήμη του τιμᾶται μὲ ἰδιαίτερη λαμπρότητα καὶ πλῆθος λατρευτικῶν καὶ πολιτιστικῶν ἐκδηλώσεων στὴν ἰδιαιτέρα πατρίδα του, τὴν νῆσο τῆς Νάξου, ὅπου στὸν περικαλλῆ Ναό, τὸν ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Νικόδημο καὶ τὸν Ἅγιο Νικόλαο τὸν Πλανᾶ, θησαυρίζεται τμῆμα λειψάνων τοῦ Ἁγίου. Ἐπίσης, ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου ἑορτάζεται πανηγυρικὰ καὶ στὸ Γαλάτσι Ἀττικῆς, (ὅπου ἐγκαταβιοῖ πλῆθος Ναξίων) στὸ ὁμώνυμο Παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου παραπλεύρως τοῦ Καθεδρικοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίας Γλυκερίας, πολιούχου Γαλατσίου.